24/11/2013



The Indus Valley glyptic art
Stamp seal and a modern impression: unicorn or bull and inscription, Mature Harappan period, ca. 2600–1900 B.C.
Indus Valley
Burnt steatite; 1 1/2 x 1 1/2 in. (3.8 x 3.8 cm)
Dodge Fund, 1949 (49.40.1)

Stamp seals were used in antiquity as marks of ownership and badges of status. In the large urban centers of the Harappan civilization, hundreds of square-shaped stamp seals were found in excavations. They are engraved with images of wild or domestic animals, humans, fantastic creatures, and possibly divinities. The bull is the most popular animal motif on the Indus Valley glyptic art. In this example, the animal is rendered in the typical strict profile, standing before what might be an altar. Its shoulder is covered by a decorated quilt or harness in the shape of an upside-down heart pattern. Most of the square stamp seals have inscriptions along the top edge. The Indus script, invented around 2600 B.C., is yet to be fully deciphered.
The Metropolitan Museum of Art

24/06/2013

ΠΕΡΙ ΓΛΥΠΤΟΓΡΑΦΙΑΣ

                        
   Γλυπτογραφία είναι η τέχνη της γλυπτικής και χάραξης των πολύτιμων λίθων και οργανικών υλικών της φύσης.
Εσώγλυφα, ανάγλυφα, σφραγιδόλιθοι, μικρής κλίμακας γλυπτά, είναι μερικά από τα έργα του γλυπτογράφου, φτιαγμένα σε επιφάνεια λίγων μόνο χιλιοστών.
Αμέθυστος, αχάτης, λάπις λάζουλι,ορεία κρύσταλλος, κόκκαλο, κεχριμπάρι, στεατίτης, είναι μερικές από τις γοητευτικές πρώτες του ύλες.
Μικροσκοπικά διαμάντια ,κονιορτοποιημένοι σκληροί λίθοι και μεγεθυντικοί φακοί είναι  μερικά από τα εργαλεία του.

 Η γλυπτογραφία εμφανίστηκε χιλιάδες χρόνια πρίν μαζί με τους πρώτους αρχαίους πολιτισμούς .
Πέτρινες κυλινδρικές σφραγίδες από τη  Μεσοποταμία , εσώγλυφα ιερογλυφικά σε σκαραβαίους από την Αίγυπτο , περίτεχνοι σφραγιδόλιθοι από τη Μινωική Κρήτη, υψηλότατης αισθητικής εσώγλυφα από την Κλασσική Ελλάδα είναι μερικά μόνο έργα γλυπτογραφίας από το μακρινό παρελθόν.
         
                                                                Αιγυπτιακός Σκαραβαίος 1500πχ                



                                                             Σουμεριακός Κυλινδρικός σφραγιδόλιθος 2500 πχ        
                                                                                   

                                  

                                                                                 Προϊστορικοί Μινωικοί σφραγιδόλιθοι


Τέχνη με χρηστική αρχικά αξία, επινοήθηκε για την σφράγιση και ταυτοποίηση προσωπικών αντικειμένων, συνδεθηκε όμως στενά με τις θρησκείες, τις αρχαίες γραφές,τα μυστικά σύμβολα,τις θεότητες.

Η διδασκαλία της ήταν ερμητικά κλειστή κατά την Ελληνική αρχαιότητα και διδασκόταν  από τον πατέρα γλυπτογράφο αποκλειστικά και μόνο στον πρωτότοκο υιό του,. Η μαθητεία ήταν ιδιαίτερα δύσκολη και μακροχρόνια και περιλάμβανε  εκπαίδευση πάνω στη γλυπτική και χάραξη σκληρών ορυκτών , ζωγραφική, εκμάθηση τεχνικών, μελέτη των ιδιοτήτων των πολύτιμων λίθων, της ιερής γεωμετρίας , της ανθρώπινης ανατομίας και της φύσης, λιθογλυφία,  ενώ απαιτούσε από το μαθητευόμενο ιδιαίτερο καλλιτεχνικό ταλέντο, ηθικό και ακέραιο χαρακτήρα ικανότητα αυτοσυγκέντρωσης .

Η γλυπτογραφία γρήγορα εξαπλώθηκε σε όλο τον αρχαίο Ελληνικό κόσμο, όπου άκμασε και απ΄όπου πήραμε  υψηλότατης αισθητικής δείγματα  της τέχνης αυτής ,ειδικά κατά την  κλασσική περίοδο.
Γνωστοί γλυπτογράφοι της αρχαιότητας ήταν ο Μνήσαρχος πατέρας του Πυθαγόρα, ο Δεξάμενος από τη Χίο,ο Επιμένης, Διοσκουρίδης


             
                                                       O διάσημοςEρωδιός του Δεξάμενου  5ος αι.πχ                              


                                                        Επιμένης  "Ο Νέος που φοράει το σανδάλι του" 500 πχ              


 Από την αρχαία Ελλάδα η τέχνη αυτή πέρασε στο  Ρωμαικό κόσμο, όπου και έγινε  πολύ δημοφιλής . Οι Έλληνες γλυπτογράφοι ήταν περιζήτητοι και μεταφέρονταν από όλα τα μέρη της Ελλάδας στη γειτονική Ρώμη για να ηγηθούν σπουδαίων  εργαστηρίων της εποχής.
Ήταν μόδα οι Ρωμαίοι να κοσμούν το σώμα τους με πολλούς εγχάρακτους πολύτιμους λίθους αναρτημένους ή ένθετους σε χρυσά κοσμήματα. Όσο περισσότεροι τόσο καλύτερα.

                                           

                                                             Ρωμαικό εσώγλυφο τύπου nicolo σε δίχρωμο αχάτη


Κατά την περίοδο της Αναγέννησης,  η συλλεκτική μανία σφραγιδόλιθων οδήγησε στη δημιουργία μεγάλων σημαντικών γλυπτογραφικών συλλογών Ηταν ένδειξη ισχύος σε ολόκληρο τον Ευρωπαικό κόσμο η κατοχή μίας τέτοιας συλλογής γι αυτό και πρίγκηπες, τσάροι, βασιλείς κατείχαν πάντα γλυπτογραφικές συλλογές.
Μεγάλοι καλλιτέχνες , ανάμεσα τους ο Leonardo da Vinci και ο Μιχαήλ Άγγελος,φιλοτέχνησαν σπουδαία γλυπτογραφικά έργα.


                   
                                        Kομμάτι από τη συλλογή 2600 έργων  του πρίγκηπα Stanislas Poniatowski(1753-1833)
                                                                         

Η μεγάλη ζήτηση εγχάρακτων λίθων ευνόησε την παράλληλη λειτουργία μεγάλων εργαστηρίων που παρήγαγαν μαζικά φτηνά αντίγραφα που κυκλοφορούσαν ευρέως σε όλη την Ευρώπη.
Οι πραγματικοί καλλιτέχνες γλυπτογράφοι άρχισαν σταδιακά να γίνονται δυσεύρετοι.
Η παρακμή δεν άργησε να έρθει κατά τα τέλη του 1700 .Με την ανακάλυψη του γραμματόσημου που αντικατέστησε τη σφράγιση των επιστολών ήρθε και το τέλος της γλυπτογραφία .

Στις αρχές του 1900 ο διάσημος Ρώσος κοσμηματοποιός Peter Karl Faberge(1846-1920), χρυσοχόος των Ρώσικων και Ευρωπαικών βασιλικών αυλών  αναβίωσε την τέχνη της γλυπτογραφίας,φιλοτεχνώντας  τη συλλογή ΖΟΟ αποτελούμενη από μινιατούρες ζώων φτιαγμένες από πολύτιμους λίθους των 25 περίπου χιλιοστών παραγγελία της Βρετανικής βασιλικής οικογένειας.

         
 Peter Karl Faberge   

                               
                                                Ολόγλυφα ζώα σε πολύτιμους λίθους από τη συλλογή ZOO του Faberge                                                                            
           
Ο Peter Karl Faberge κρατώντας στα χέρια του τη σκυτάλη της υψηλής σύγρονης γλυπτογραφίας ,διδάσκει τα μυστικά της τέχνης αυτής στον Βρετανό  γλύπτη  και γλυπτογράφο Cecil Thomas(1885-1976) , τον χρήζει διάδοχο του και του παραδίδει μετά το θάνατο του τη σκυτάλη της γλυπτογραφίας.

                                                                                  Cecil Thomas
                                 
                                                                          Εγχάρακτη Ορεία κρύσταλλος από τον  Cecil Thomas

Ο Cecil Thomas με τη σειρά του δίδαξε τον κατά  το ήμισυ Ελληνικής καταγωγής ,master γλυπτογράφο και γεμμολόγο Νick Kielty-Labrinides (1930-2003) .
Μαζί οραματίστηκαν τη δημιουργία της  Ακαδημίας  Γλυπτικών τεχνών που θα διέσωζε και θα αναβίωνε την τέχνη της γλυπτογραφίας εκπαιδεύοντας μία νέα γενιά  καλλιτεχνών γλυπτογράφων. Έτσι ο Ν.Κ.L. ξεκίνησε σειρά  διαλέξεων και σεμιναρίων στο  μουσείο Victoria & Albert του Λονδίνου.Το ενδιαφέρον του Βρετανικού κοινού ήταν μεγάλο όμως οι δύο άντρες εκτίμησαν ότι η τέχνη αυτή θα αναβιώσει εκεί όπου κατά την αρχαιότητα έφτασε στο απόγειο της ακμής της , δηλαδή στην Ελλάδα.
                   Nick Kielty-Λαμπρινίδης

 
 Έτσι έπειτα από κοινή τους απόφαση ο Νick Kielty-Labrinides . μετεγκαθίσταται στην Αθήνα, επιλέγοντας να εδρεύσει στo Μεταξουργείο, στην περιοχή όπου στην αρχαιότητα βρίσκονταν τα εργαστήρια των αρχαίων Ελλήνων γλυπτογράφων. Εκεί, στην οδό Ιάσωνος, ίδρυσε στα τέλη του ΄70, το Centre of Glyptography, την πρώτη και μοναδική  Ευρωπαική σχολή γλυπτογραφίας,όπου οι μαθητές του διδάσκονταν  γλυπτογραφία, γεμμολογία, λιθογλυφία, κόσμημα και καταρτίζονται πάνω σε θέματα όπως σύμβολα,οικόσημα,αρχαία αλφάβητα, κρυσταλλοθεραπεία,αντίκες και άλλα.

Ο Cecil Thomas εντωμεταξύ πεθαίνοντας αφήνει το σπίτι του και μεγάλο μέρος του έργου του στο Royal British Sculpture Society, ενώ κληροδότησε στον Νick Kielty-Labrinides τη σκυτάλη της γλυπτογραφίας μαζί με το συγγραφικό και μέρος του καλλιτεχνικού του έργου.  Αυτός διδάσκει, δίνει διαλέξεις,ιδρύει τον γεμμολογικό σύλλογο Ελλάδος , ενώ η επιμορφωτική προσφορά του στον χώρο της κοσμηματοποιίας θεωρείται σήμερα ανεκτίμητη.

Μέσα από το Centre Of Glyptography γεννήθηκε μία νέα γενιά σημαντικών  γλυπτογράφων που διασκορπίστηκε στην Ελλάδα και σε ολόκληρο το δυτικό κόσμο ,γλυπτογραφώντας και διδάσκοντας την τέχνη αυτή.

Μετά το θάνατο του Nick Kielty-Labrinides το 2003, η σκυτάλη της γλυπτογραφίας  πέρασε παραδοσιακά στα χέρια δικών του μαθητών.  Ένας  δημιουργικός , μοναδικός στην Ευρώπη πυρήνας σύγχρονων  γλυπτογράφων, διαμορφώθηκε μέσα στους κόλπους  της ομάδας Cosmochaos studio, με κεντρική φυσιογνωμία τη Μαρία Αποστολοπούλου. Το γλυπτογραφικό έργο  της ομάδας αυτής , συμβάλλει   στη διάσωση ,αναβίωση και εξέλιξης της αρχαίας τέχνης της γλυπτογραφίας,  μέσα από μία εντελώς νέα προσέγγιση της φόρμας,  του περιεχομένου και των υλικών της.

Το Royal British Sculpture Society , τους τίμησε για το σύνολο του έργου τους , μέσα από μία  ακαδημαική εκδήλωση -διάλεξη- έκθεση που πραγματοποιήθηκε το 2008 στο Λονδίνο .Εκεί, η σκυτάλη της Ευρωπαικής  γλυπτογραφίας πέρασε  από τους  Cecil Thomas  και  Nick Kielty-Labrinides στους σύγχρονους  γλυπτογράφους  Cosmochaos  ,ενώ  μαζί της πέρασε σε αυτούς  και  η ευθύνη της διάδοσης και διδασκαλίας αυτής της  τέχνης.
To Βρετανικό Μουσείο φιλοξενεί στο Grenville room shop σύγχρονα γλυπτογραφικά έργα του Cosmochaos studio.

         
           


                                                               Κοσμήματα με εσώγλυφη χάραξη σε Ορεία  Κρύσταλλο
                                                                    της ΜαρίαςΑποστολοπούλου για το Cosmochaos studio  
                       


                     
                                                           

                                                  

Η σφραγιδογλυφία στην Αρχαιότητα             Δ.Πλάντζος
Αρχαϊκοί χρόνοι (600-480 π.X.)
H ελληνική σφραγιδογλυφία γνωρίζει την πραγματική της άνθηση από την προχωρημένη Aρχαϊκή περίοδο και μετά, δηλαδή μετά τα μέσα του 6ου αι. π.Χ. Kατά την περίοδο αυτή οι Έλληνες τεχνίτες μαθαίνουν τη χρήση του περιστροφικού τρυπανιού, με τη μεταλλική αιχμή του οποίου μπορούν τώρα να χαράξουν σκληρούς λίθους, όπως ο κορναλίνης, ο αχάτης, ο χαλκηδόνιος, ο ίασπις και άλλα μέλη της οικογένειας των χαλαζιών.
H νέα τεχνογνωσία ήρθε από την Eγγύς Aνατολή. Eκεί Έλληνες τεχνίτες μαθήτευσαν κοντά σε ανατολίτες συναδέλφους τους, ενώ υπάρχουν και αρχαιολογικές ενδείξεις για τη μετανάστευση καλλιτεχνών στον ελλαδικό χώρο. Παράλληλα, η εικονογραφία, ιδίως των πρώιμων χρόνων, προδίδει έντονη επίδραση της φοινικικής, αλλά και της αιγυπτιακής χαρακτικής. Όπως και για άλλες πολιτισμικές αλλαγές κατά την πρώιμη ελληνική ιστορία, η Kύπρος και τα νησιά του νοτιοανατολικού Aιγαίου (με εξέχουσα τη Pόδο) έπαιξαν το ρόλο του ενδιάμεσου σταθμού για ανθρώπους και αντικείμενα· αντιθέτως, η Mικρά Aσία και η Kρήτη φαίνονται μάλλον περιθωριοποιημένες μέχρι την προχωρημένη Aρχαϊκή περίοδο. Aπό το 575 π.X. και μετά, όταν η παραγωγή σφραγιδόλιθων αγγίζει πράγματι υψηλά επίπεδα τέχνης και τεχνικής, τα νησιά του Aιγαίου (Kυκλάδες και «Aνατολική Eλλάδα») πρωτοστατούν, ενώ η Aττική μοιάζει να μη συμμετέχει. H παραγωγή σφραγιδόλιθων στη Mικρά Aσία αποδεικνύεται από την ανεύρεση χαρακτηριστικών παραδειγμάτων σε περιοχές όπως οι Kλαζομενές, το Πέργαμον, η Σμύρνη, η Tροία και οι Σάρδεις, αλλά και στα νησιά της μικρασιατικής ακτής, όπως η Λέσβος, η Σάμος και φυσικά η Pόδος.









12/01/2013

Exhibition: Engraved Gems and the Classical Tradition



Poster for gems exhibition



























THE CLASSICAL ART RESEARCH CENTER
Some of CARC's work on ancient engraved gems is reflected in this collaboration between the Beazley Archive Gem Research Programme and Christ Church Library, Oxford.
In the exhibition, books on engraved gems of the 17th to 19th centuries from the Christ Church Library are illustrated with impressions, electrotypes and casts from the Beazley Archive, and intaglios and cameos from private collections.
Although gems are modest in size, gem engraving was a major art in antiquity. From the Renaissance on Greek and Roman intaglios and cameos were collected, observed and copied. Scholars could learn about the appearance of gem subjects through publications, often initiated by their almost obsessive collectors, but also through the expanding production of impressions and casts of gems in a variety of materials. This exhibition will give examples of a wide range of these, from sealing wax to glass paste. It will also show a number of original gems. A highlight in the exhibition is a mottled jasper cameo of a panther from the collection of Count Antonio Maria Zanetti, published in 1750 by A.-F. Gori and then acquired by the First Earl Spencer, at Althorp.
The exhibition is curated by Dr Claudia Wagner (CARC), assisted by Dr Sanne Rishoj Christensen and Dr Cristina Neagu. It will be open between 16 January to 3 May 2013. Visiting hours Monday - Friday: 9.30 am - 1.00 pm; 2.00 pm - 4.30 pm (provided there is a member of staff available in the Upper Library).

The Classical Art Research Centre
Ioannou centre for Classical and Byzantine Studies
66 St. Giles  Oxford OX1 3LU

14/08/2012

Geometric and Early Archaic gems

Isolated finds of ivory and stone seals in Greece indicate an awareness of the craft before the 8th century BC,mainly inspired by eastern example, but without any distinct school or style emerging, The seals are essentially luxury items.Square stone seals used like stampsbear purely Geometric figures and are a wholly Greek phenomenon. Some are quite large and most seems to be products of central Greece and the islands. These are made in the late 8th and early 7th centuries.

Seal image
White limestone stamp seal from Melos. Two men.
Oxford 1894.5A; Cat. I, no.1. 44mm. 
2 Seal images
Black serpentine stamp seal, from Crete. A man; a bowma.
Paris, Cab. Med. M5837. 22mm. 





























CLASSICAL ART REASEARCH CENTER
and the BEAZLEY ARCHIVE
 UNIVERSITY OF OXFORD

10/02/2012

About Carl Faberge Museum

Russian art collector A. Ivanov opened the Fabergé Museum on 15 May 2009 in the German spa city of Baden-Baden in order to share his great collection with the world. The museum's more than 700 items, including two Imperial Easter Fabergé Eggs, famous Rotschild Easter Egg, stone figure of Buddha ex. p-ty Jacqueline Kennedy Onassis, ex. pro-ty of Greek King Georg I, British Royal Family and the hole range of other very important gold-, silver- and precious stone masterpieces made by Fabergé.

                                                         

                                                                 The Buddha
                              Sartorite, gold, brilliants, rubies, enamel on gold guilloche.


There exist only 11 similar figures in the world made by Fabergé and Cartier. Mobile parts of the figure are balanced by internal system of counterbalances; head, hands and a ruby tongue rock smoothly when the statue is moved. It belonged to the collection of Aristotle Onassis, the famous Greek ship owner and billionaire. Subsequently it was passed on to several generations of Onassis family, including Jacqueline Kennedy Onassis who also owned the statue for a certain period.
K. Fabergé, St. Petersburg. The end of the 19th century



                                                      

                                                                       Kiwi
                                                            Gold, achat, rubies

            Firm C. Fabergé, Workshop M. Perchin, St. Petersburg, Russia 1899-1903



                                      
                                     Imperial Constellation Easter Egg
                               Nephrite, rock crystal, dark blue glass, gold, damonds. - height 29 cm         

This egg was made for Empress Alexandra for Easter 1917. The egg has the form of a sphere with a turning dial made out of dark blue glass with clockwork inside. It is encrusted with diamonds and a lion is engraved on it. The heir to the throne, Tsarevitch Alexei, was a Leo in the zodiac. The pedestal is made out of a whole crystal rock placed on a nephrite base. The egg corresponds completely to the original sketch made by Carl Fabergé. According to the sketch, a dark blue sphere engraved with diamonds is encircled with a gold dial plate; the sphere lies on the "clouds" that have been cut from a whole crystal rock placed on the nephrite platform. The only detail which is missing from the egg is five angels who are ascending the "clouds" towards the sphere. Probably this detail wasn't finished due to the start of the Revolution. And because of the Revolution, «Constellation » was never gifted to the Imperial family.
K. Fabergé firm, H. Wigström's workshop  Petrograd. 1917.

                                             
                                               Original archiv drawing  C. Fabergé


                              The History of Fabergé

At the end of the 19th and early 20th centuries Russian jewelry art enjoyed a golden age. Economic growth led to the appearance of a new financial and commercial elite that became regular clients of jewelry firms and workshops. From the many names known at that time only one managed to become a symbol of the epoch and an embodiment of Russian jewelry art for the international market.
Carl Fabergé was a brilliant artist and a great businessman.
Not only was he the official Russian Imperial Court Jeweler, but he also supplied jewelry to the most prominent clients in the world, such as the kings of Sweden and Norway, the King of Great Britain, the King of Siam and many others. Fabergé won numerous awards, such as Russia's St. Stanislav and St. Anna prizes, the Bulgarian Commander prize, and the French Honourable legion prize.

Fabergé also received a number of gold medals at Russian and international exhibitions. Finally, he created the largest jewelry firm in Russia, which eventually defined the jewelry production at the turn of the 20th century. At this time Saint Petersburg was considered one of the jewelry capitals of the world.
Since a young man Carl was an inquisitive boy closely observing his father's work. Gustav Fabergé told his son about his education with the top five jewelers of St. Petersburg, and his tutors included the Court jeweler Keibel, and the master Spiegel. Hoping to give the best education to Carl, Gustav Fabergé sent his son to the German school of Saint Anna in St. Petersburg. Later Carl was sent to study abroad at the Dresden Trading School, and the Commercial College in Paris. Meanwhile, he also learnt jewelry art from the Frankfurt goldsmith Joseph Friedman.

In 1865, having received a great fundamental education thorough professional training and experience, Carl Fabergé returned to Russia where under the direction of the skilled goldsmith, Hiskiasa Pendina, he continued to improve his skills in jewelry art. Carl Fabergé was a rare person possessing a true talent of the artist-designer, and also had a commercial streak necessary for starting a business. Along with highly-qualified employees, this helped guarantee his success.
Having acquired a fabulous European education, Carl Fabergé required the same quality of knowledge from his employees who were the leading artists-designers in the Russian Empire. Even to this day, the style, techniques and quality of their work serves as an example to many international jewelry masters. Fabergé demanded much from his employees, and they went through rigorous training, and were educated in Western art and technologies. Their education took years. Carl Fabergé set his prices by taking into account an item's artistic value and the level of craftsmanship; he didn't give too much importance to the amount of precious materials. Thorough and precise work was the main attributes of Fabergé's work.

Success first came to Fabergé after the creation of the Grecian art collection, which conveyed traditional beauty. In 1882 the Moscow branch presented a collection of copies of Kerchensky jewelry items that attracted a lot of public attention and earned much praise from highest circles of society. After the exhibition, Fabergé was awarded a gold medal. Empress Maria Fiodorovna was impressed and ordered from Fabergé cuff links with the image of cicadas that according to ancient Greeks brought luck to their owner. In 1885, after many years of flawless work and cooperation with the Hermitage, Fabergé was granted the title of Purveyor to the Imperial Court, and earned the right to use the State Emblem on the firm's letterhead. That same year the firm received a gold medal at the industrial art exhibition in Nuremberg, and another gold medal at the Copenhagen industrial art exhibition in 1888.
The constant increase in orders and the expansion of manufacture led to the need to create independent workshops. The owners of such workshops had to work using the Fabergé's sketches and drawings, and had to work exclusively for the firm. The jewelry workshops of A. Holmström and A. Thielemann were established, as well as W. Reimer's, E. Kollin's and M. Perchin's goldsmiths. There were also the silversmiths J. Rappoport's, V. Aarne's and family dynasty Wäkevas, and many others. Every workshop specialized in the production of certain items. In 1887, a Moscow factory was established which united under one roof all the different crafts that in Petersburg were divided between different workshops. Some production areas, such as jewelry, gold and enamel production were not as good in terms of quality and quantity compared to Saint Petersburg manufacturers. The production of silver items in Moscow was superior, however, and starting in 1900 all major silver items were made by the Moscow factory.

In August 1890 Carl Fabergé was appointed Appraiser of the Cabinet of His Imperial Majesty, and in 1910 he received a title of Court jeweler. In 1890, Fabergé participated in several exhibitions in Russia and abroad, and was granted numerous awards and medals that led to a significant number of orders from all over the world. In 1900 World Fair was held in Paris where Fabergé participated "hors concours", and Carl Gustavovich was selected as a judge. Consequently, this exhibition laid the foundation for intensive foreign trade.
Since most customers were based in London, Carl Fabergé established a shop there in 1903. London was not only a strategic place for trade with the British but it also became a centre of trade with clients from France, America and Asia. Representatives of the London shop traveled across the world collecting orders that were later passed on to the Saint Petersburg and Moscow workshops. Gold, enamel and large silver works were especially appealing to foreign customers.
The reason for Fabergé's success was the high quality of hand-made items created by exceptional professionals. This was in contrast to foreign manufacturers that replaced manual production with machines that noticeably affected the quality.
Twice a year Fabergé representatives from London traveled to India, China and Siam. The Siamese Royal Family and Court was the most significant international client. They were especially fond of nephrite carved items, and tiny portraits of the King and the Queen on enamel engraved with diamonds.
International trade continued to go well even during World War I. However the domestic trade was hit by the recession and a decrease in demand for luxury items, hence, the jewelry industry suffered. Even large workshops and firms were compelled to reduce manufacturing; many masters and apprentices were called up for military service. However, stagnation in trade was observed only in the first year of the war. Fabergé decided to manufacture products for military needs and sent requests for orders to military departments. The answer came a year later. Meanwhile, the firm started manufacturing items out of copper, producing mainly saucers, mugs and snuffboxes with the Imperial emblem and other gifts for soldiers and officers.
The Moscow silver factory was converted for the production of these military orders, and an additional workshop opened in Saint Petersburg where jewelers, silversmiths, and newly appointed employees were working. All products made in this period - shock and remote tubes, artillery shells, parts of devices, syringes and other items - were executed with great accuracy and thoroughness. The factory and workshops operated until the October Revolution of 1917, and a year later Fabergé closed its doors for good.

16/09/2011

The history of gemstone carving

The terms intaglio and cameo are defined as carved gems with incised and raised engraving, respectively. The carving may be done either by simple manual tools or by rotary tools ( drilling and grinding ). The material for engraved gems is chiefly yielded by the minerals of the quartz group. Hematite was used for the ancient mid-eastern seal-cylinders. Engravings on emerald, beryl, garnet, peridot and topaz were rare. Through all ages glass offered a material for imitating, and substituting gems. For these glass-pastes a mold of an intaglio or a cameo was pressed in clay to cast the glass, which, after cooling, was brought into its final shape by refining with tools.
The oldest engravings on gems originated from about 5000 to 3000 B.C. The Hittites, Egytians , Assyrians, Persians and the ancient Greeks are worth mentioning for their art of carving gems. Remarkable works were accomplished by Greek artists for members of the Roman noble class during the time of early emperors. Famous examples are the Gemma Augustea ( Vienna ) and a sardonyx representing the triumph of Germanicus ( Paris ).
Seal-cylinder Gemma Augustea Engraved quartz ring with portrait of Marciana(?)
Since the time of Constantine the Great engravings on gems representing religious subjects were made in Byzantium. Our knowledge of ancient glyptograhpy is based on the collections of the important museums and on the abundance of gems in pieces of medieval jewelry. Although these gems are mostly pre-christian cameos re-used in christian objects.
Towards the middle of the 19th century a rapid decline of glytography began and the interest in carved gems was lost. Nowadays the noble art of glytography is mastered only by a small number of artists. A revival of glytography would certainly ad an element of special delicacy to the pictorial arts of today.
Resume of a text by Mister Heinz Goebbler, published in the " Zeitschrift der Deutschen Gesellschaft für Edelsteinkunde. Idar-Oberstein 1957 "
An interesting revival of this handcraft is on the way. Worldwide a growing number of very competent artists create astonishing engravings and gemstone sculptures.
Hubert Heldner   August 2001

Today, Idar-Oberstein is primarily known for the cutting of larger, more valuable gemstones, fantasy cuts (Fantasieschliffe), and the wholesale trade in polished gemstones (geschliffenen Edelsteinen). Every year around late September or early October, Idar-Oberstein is host to the Intergem trade show - short for the "International Trade Fair for Precious Stones and Jewellery."
There are several gemological research institutes [7] in Idar-Oberstein that include the 'German Foundation for Gemstone Research' (Deutsche Stiftung Edelsteinforschung - DSEF), Diamond Grading Laboratory (Diamant-PrŸflabor GmbH - DPL), German Association for Gemstone and Jewellery Evaluation (Deutsche Gesellschaft fŸr Edelsteinbewertung mbH - DEGEB), Research Institute for Gemstones and Precious Metals (Forschungsinstitut fŸr mineralische und metallische Werkstoffe, Edelsteine/Edelmetalle GmbH - FEE), and the German Gemmological Association (Deutsche Gemmologische Gesellschaft e.V. (DGemG).